Αν και σε παγκόσμιο επίπεδο η υπέρταση τα τελευταία 40 χρόνια παρουσιάζει αυξητική τάση, η Ελλάδα είναι ανάμεσα στις ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου όπου υπήρξαν θετικές εξελίξεις στην αρτηριακή πίεση του πληθυσμού της, σύμφωνα με τα αποτελέσμα έρευνας που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο The Lancet.

Εκατοντάδες ερευνητές από πολλές χώρες και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, με επικεφαλής τον καθηγητή Ματζίντ Ετζάτι της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Κολεγίου Imperial του Λονδίνου, ανέλυσαν μετρήσεις αρτηριακής πίεσης για σχεδόν 20 εκατομμύρια ανθρώπους, άνω των 18 ετών, από 200 χώρες.

Από την επεξεργασία των στοιχείων προέκυψε ότι, ο αριθμός των πασχόντων από υπέρταση έχει σχεδόν διπλασιασθεί μέσα σε 40 χρόνια, φτάνοντας τα 1,13 δισεκατομμύρια το 2015 (και προκαλώντας περίπου 7,5 εκατομμύρια θανάτους ετησίως), ενώ το 1975 εκτιμάτο σε 594 εκατομμύρια. Στις περισσότερες χώρες, πιο πολλοί άνδρες εξακολουθούν να έχουν υπέρταση από ό,τι γυναίκες.

«Όσο ο παγκόσμιος πληθυσμός γερνάει, τόσο η υπέρταση -η κυριότερη αιτία καρδιαγγειακών θανάτων παγκοσμίως κυρίως λόγω εγκεφαλικών και εμφραγμάτων- γίνεται συχνότερο πρόβλημα», υπογραμμίζεται στα συμπεράσματα της μελέτης.

Ακομα, η μελέτη δείχνει ότι η υπέρταση έχει υποχωρήσει σημαντικά στις ανεπτυγμένες χώρες, αλλά έχει αυξηθεί σε αρκετές χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ιδίως στην υποσαχάρια Αφρική και στη Ν. Ασία. Στην Ευρώπη το μικρότερο ποσοστό υπερτασικών στον πληθυσμό υπάρχει στη Μ. Βρετανία (ενώ το 1975 ήταν στην Κύπρο) και το υψηλότερο στην Κροατία. Παγκοσμίως, το χαμηλότερο ποσοστό είναι στη Νότια Κορέα, στον Καναδά και στις ΗΠΑ.

Η Ελλάδα, στην κατάταξη των 200 χωρών με βάση το ποσοστό των ατόμων με υπέρταση, βρισκόταν στην 164η θέση το 2015 από 78η το 1970 σε ότι αφορά τους άνδρες, ενώ στις γυναίκες στην 176η θέση από την 66η θέση το 1970.

Η υπέρταση στην Ελλάδα εμφανίζει σταδιακή υποχώρηση. Ειδικότερα, στη μέση συστολική πίεση (και στα δύο φύλα) η Ελλάδα το 2015 βρέθηκε στην 189η θέση (την 11η χαμηλότερη στον κόσμο) από την 78η το 1970, ενώ στη μέση διαστολική πίεση πέρυσι κατατάχθηκε 175η από 56η το 1970.

Το 28% των ανδρών στην Ελλάδα είχαν αυξημένη αρτηριακή πίεση το 2015 έναντι ποσοστού 37% το 1975, ενώ στις γυναίκες τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 24% το 2015 και 35% το 1970. Η μέση αρτηριακή πίεση στους Έλληνες ήταν 125,7 η συστολική και 78,9 η διαστολική το 2015, έναντι 129 και 80 αντίστοιχα το 1970. Στις Ελληνίδες, η μέση αρτηριακή πίεση πέρυσι ήταν 116,8 η συστολική και 73,9 η διαστολική, έναντι 126,9 και 79,2 αντίστοιχα το 1970.

«Η υπέρταση δεν σχετίζεται πλέον με την ευμάρεια, όπως συνέβαινε στη δεκαετία του ’70, αλλά σήμερα συνδέεται με τη φτώχεια» σχολιάζει ο Δρ Ετζάτι.

Οι ερευνητές δεν έχουν σαφή απάντηση γιατί έχει συμβεί αυτή η αλλαγή. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι οι πολίτες των ανεπτυγμένων χωρών προσέχουν πλέον περισσότερο τη διατροφή τους, τρώγοντας πιο πολλά φρούτα και λαχανικά. Επίσης, η υπέρταση διαγιγνώσκεται πια πιο έγκαιρα και αντιμετωπίζεται πιο αποτελεσματικά με φαρμακευτική αγωγή. Αντίθετα, η κακή διατροφή των παιδιών στις φτωχές χώρες ευνοεί την αύξηση της αρτηριακής πίεσης αργότερα στη ζωή τους.

Η αρτηρικάη πίεση του αίματος διακρίνεται σε συστολική (που μετρά τη δύναμη της πίεσης του αίματος όταν η καρδιά τροφοδοτεί με αίμα τα αγγεία) και τη διαστολική (που μετρά την πίεση της ροής του αίματος μέσα στις αρτηρίες στα ενδιάμεσα διαστήματα των παλμών της καρδιάς). Και οι δύο τιμές μετριούνται σε χιλιοστόμετρα του υδραργύρου (mmHg).

Ως υπέρταση ορίζεται συνήθως μια τιμή 140/90 mmHg και άνω. Για κάθε αύξηση κατά 20 mmHg της συστολικής πίεσης και κατά 10 mmHg της διαστολικής στην μέση και στην τρίτη ηλικία, διπλασιάζεται ο κίνδυνος για έμφραγμα και εγκεφαλικό επεισόδιο.

Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή

ΜΕΣΩhealth.in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here