Οι τένοντες είναι οι ινώδεις ιστοί που συνδέουν τους μύες με τα οστά. Η φλεγμονή των τενόντων που προκαλεί τοπικά συμπτώματα με κυρίαρχο τον πόνο, αποκαλείται τενοντίτιδα. Οι περισσότεροι άνθρωποι κάποια στιγμή στη ζωή τους θα εμφανίσουν συμπτώματα από τενοντίτιδα.

Οι συνηθέστερες εντοπίσεις για την τενοντίτιδα είναι:

  • ο καρπός: παρατηρείται συχνά σε ανθρώπους που κάνουν εργασία με πολύωρες επαναλαμβανόμενες κινήσεις των δαχτύλων και του καρπού (π.χ. μουσικοί, άνθρωποι που δουλεύουν πολύ ώρα με υπολογιστή).
  • ο αγκώνας: παρατηρείται συχνά σε ανθρώπους με βαρειά χειρωνακτική εργασία (π.χ. μαραγκοί, οικοδόμοι, κηπουροί, κομμωτές).
  • ο ώμος: συχνά σε όσους κάνουν χειρωνακτική εργασία με τα χέρια ψηλά (π.χ. οικοδόμοι, ελαιοχρωματιστές).
  • το γόνατο: συχνά σε όσους μεταφέρουν βάρη, ή γονατίζουν συχνά (π.χ. μεταφορείς, εργάτες).
  • το ισχίο: συχνά σε όσους δουλεύουν πολύ ώρα όρθιοι, ή ανεβοκατεβαίνουν σκάλες (π.χ. πωλητές, σερβιτόροι).
  • η ποδοκνημική: συχνά σε ανθρώπους που περπατάνε πολύ και είναι αρκετές ώρες όρθιοι.

Τα συμπτώματα της τενοντίτιδας είναι ο τοπικός πόνος, που μπορεί να συνοδεύεται από οίδημα. Ιστολογικές μελέτες έδειξαν ότι ο πόνος στην περιοχή του τένοντα δε συνοδεύεται πάντα από σημεία φλεγμονής, για αυτό έχει προταθεί ο όρος: τενοντοπάθεια. Η παθολογία των τενόντων έχει κατηγοριοποιηθεί στα ακόλουθα τρία στάδια και αυτό έχει γίνει ευρέως αποδεκτό τα τελευταία χρόνια:

  • Αντιδραστικό, ή φλεγμονώδες στάδιο (που ταιριάζει περισσότερο στον κλασικό όρο της τενοντίτιδας). Συνοδεύεται από τα κλασικά σημεία της τοπικής φλεγμονής και εμφανίζεται συχνότερα σε νεότερους μετά από κάποια έντονη εργασία, ή αθλητική δραστηριότητα. Επικρατεί αύξηση της κυτταρικής και πρωτεϊνικής δραστηριότητας.
  • Στάδιο της λανθάνουσας επισκευής. Παρουσιάζεται μετά από το φλεγμονώδες στάδιο, ή μετά από περιόδους συχνών μικροενοχλήσεων και έχει πιο ήπια συμπτώματα. Ο οργανισμός προσπαθεί να αναπλάσει την περιοχή του τένοντα που πάσχει, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν δημιουργηθεί αλλαγές στη σύσταση του κολλαγόνου ακόμα και αν υπάρχουν περίοδοι χωρίς ενοχλήσεις.
  • Στάδιο της εκφύλισης. Συνοδεύεται από μεγάλες αλλαγές στη μορφολογία και τη σύσταση του τένοντα και τα ενοχλήματα πλέον είναι χρόνια και πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμα.

Εκτός από το είδος της εργασίας, ή της αθλητικής δραστηριότητας υπάρχουν και κάποιοι άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν τενοντίτιδα. Αυτοί είναι γονιδιακοί παράγοντες και εμβιομηχανικοί που σχετίζονται με την ιδιαίτερη ανατομία του κάθε ανθρώπου, καθώς και παράγοντες που σχετίζονται με το βάρος. Υπάρχουν επίσης τενοντίτιδες που εμφανίζονται πιο συχνά στις γυναίκες και άλλες που σχετίζονται με τη λήψη κάποιων φαρμάκων.

Η σωστή και έγκαιρη διάγνωση μίας τενοντοπάθειας είναι πολύ σημαντική για την τελική έκβαση. Οι σύγχρονες διαγνωστικές μέθοδοι (κυρίως το υπερηχογράφημα και η μαγνητική τομογραφία) μπορούν να συμβάλλουν αρκετά, αλλά η σωστή κλινική αξιολόγηση παραμένει πολύ σημαντική. Θα πρέπει να εντοπιστεί το σημείο που πάσχει με ακρίβεια, να αποκλειστούν άλλες παθήσεις και να προσδιοριστεί το στάδιο της τενοντοπάθειας.

Εκτός από την κλινική εξέταση και τις συμπληρωματικές εξετάσεις πρέπει να γίνει λεπτομερής αξιολόγηση του ιστορικού και να αξιολογηθούν οι προδιαθεσικοί παράγοντες (εργασία, καθημερινότητα, αθλητική δραστηριότητα, ιδιαίτερη ανατομία του κάθε ανθρώπου).

Ο σχεδιασμός της θεραπείας εξαρτάται αρχικά από το στάδιο της τενοντοπάθειας. Στο στάδιο της φλεγμονής μπορούν να εφαρμοστούν τοπικά μέσα όπως παγοθεραπεία, φυσικοθεραπεία και αντιφλεγμονώδη για μικρό χρονικό διάστημα. Η ακινητοποίηση μπορεί να εφαρμοστεί σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά όχι για μεγάλο διάστημα. Σημαντικό είναι ο τένοντας που πάσχει να συνεχίσει να κινείται αλλά με διαφορετικό τρόπο, έτσι ώστε να μη γίνονται κινήσεις που συντηρούν τη φλεγμονή.

Στην τενοντίτιδα το σημαντικότερο είναι να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος για να επουλωθεί ο τένοντας και να μη φτάσει στο σημείο της εκφύλισης. Αυτό όμως πρέπει να επιτευχθεί με επαναπροσδιορισμό και σε πολλές περιπτώσεις με αποφυγή, ή τροποποίηση συγκεκριμένων κινήσεων που προκαλούν το πρόβλημα. Αν δε γίνει αυτό η οποιαδήποτε κλασική συντηρητική αγωγή με φάρμακα και φυσικοθεραπεία θα αποτύχει, ή θα έχει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα.

Η χειρουργική αντιμετώπιση για την τενοντοπάθεια έχει περιορισμένες ενδείξεις και μπορεί να δοκιμαστεί σε περιπτώσεις που η κατάλληλη συντηρητική αγωγή έχει αποτύχει.

Σε χρόνιες καταστάσεις που πλέον συνυπάρχει εκφύλιση του τένοντα νέες θεραπείες όπως η τοπική έγχυση αυτόλογων αυξητικών παραγόντων (PRP) έχουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα.

Σε όλες τις περιπτώσεις είναι απαραίτητη η σταδιακή επανεκπαίδευση και εκγύμναση της περιοχής που πάσχει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here