Του *ΠΕΤΡΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ

Ας συμφωνήσουμε καταρχήν σε αυτό: η Κύπρος έχει τη χρυσή ευκαιρία να πετύχει ένα εθνικό success story, το οποίο χρειάζεται σήμερα περισσότερο από ποτέ.

Με μια σοβαρή και καλά μελετημένη μεταρρύθμιση της δημόσιας υγείας, η πολιτεία μπορεί να φέρει σε πέρας τρεις εθνικά ωφέλιμους, συμπληρωματικούς στόχους: την ποιότητα, την αλληλεγγύη και την ενδυνάμωση της διεθνούς της θέσης.

Να αναβαθμίσει ποιοτικά τις σημερινές παρεχόμενες υπηρεσίες δημόσιας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στο επίπεδο του ιδιωτικού τομέα που κατά κοινή ομολογία είναι σε αξιοζήλευτο επίπεδο.

Να εκπληρώσει το κράτος τον κοινωνικό του ρόλο παρέχοντας πρόσβαση σε καλές υπηρεσίες υγείας στους πολίτες του, όπως συμβαίνει σε όλη την ανεπτυγμένη Ευρώπη.

Να προβάλει αυτήν την επιτυχία σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, ενισχύοντας τη θέση της τόσο έναντι των προκλήσεων που έχει να αντιμετωπίσει όσο και στο πλαίσιο μιας συνολικής στρατηγικής τοποθέτησης της χώρας ως διεθνούς προορισμού παροχής υπηρεσιών υγείας.

Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα διαφωνήσει στα παραπάνω. Πιστώνω με καλή πρόθεση όλους όσους δραστηριοποιούνται στον χώρο της Υγείας και δέχομαι ότι κοινή επιθυμία και στόχος όλων είναι να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό Σχέδιο Υγείας. Κυρίως, αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας έναντι των ασθενών και των φορολογουμένων.

Ας αφήσουμε στην άκρη πολιτικές θέσεις, κομματικούς ανταγωνισμούς, προσωπικούς εγωισμούς, συνδικαλιστικές και δημοσιογραφικές υπερβολές. Ας δούμε με ειλικρίνεια πόσο κοντά είμαστε σήμερα στο κοινό μας όραμα και τι οφείλει να πράξει ο καθένας μας προς τον σκοπό αυτό.

Πρώτον, δεν υπάρχει ειδικός, από οποιαδήποτε χώρα του κόσμου, που να μη συμφωνήσει ότι για να κάνεις σοβαρό σχέδιο υγείας χρειάζεσαι μια ικανή επένδυση. Χωρίς πόρους δημόσια υγεία δεν υπάρχει.

Η κυβέρνηση έχει υπολογίσει ότι τα ίδια χρήματα που δαπανούσαμε πριν από δέκα χρόνια είναι αρκετά να στήσουν σήμερα ένα σύγχρονο σύστημα υγείας. Το ΓεΣΥ είναι βάναυσα υποχρηματοδοτούμενο και αυτό ιδιωτικά το ομολογούν όλοι. Τα νούμερα του ΓεΣΥ δεν βγαίνουν.

Όχι, δεν είναι ο φορολογούμενος που πρέπει να βάλει το χέρι στην τσέπη. Είναι η κυβέρνηση που έχει καθήκον να ιεραρχήσει διαφορετικά τις δαπάνες της, θέτοντας τη δημόσια υγεία πιο ψηλά στις προτεραιότητές της.

Δεύτερον, φτιάχνουν γενικό σχέδιο υγείας χωρίς κλινικά πρωτόκολλα διάγνωσης και θεραπείας. Αυτό δεν έχει προηγούμενο ούτε στον τρίτο κόσμο. Τα κλινικά πρωτόκολλα είναι δομημένα σχέδια που περιγράφουν με ακρίβεια τη διαδρομή της ιατρικής πράξης, διασφαλίζουν την ποιότητα, οριοθετούν το κόστος και προστατεύουν από το ιατρονομικό ρίσκο.

Αλλιώς περπατάμε στα τυφλά, δεν έχουμε τρόπο παρακολούθησης και αξιολόγησης που προστατεύει και τον ασθενή και τον γιατρό. Με αποτέλεσμα ο καθένας από εμάς ανά πάσα στιγμή να κινδυνεύει να βρεθεί υπόλογος.

Τρίτον, είναι εντελώς παράλογο να μην αποκαλύπτουν στους γιατρούς που θα συμβληθούν τους βασικούς όρους εργασίας τους. Να μηνξέρουν ακόμη και τώρα για καθηκοντολόγιο, ωράρια, ρυθμίσεις για υπερωρίες και άδειες.

Εδώ υπάρχει το οξύμωρο: Στελέχη του ΟΑΥ απαντούν στα αιτήματά μας ότι «είναι ελεύθερη αγορά», οπότε δεν υπάρχει πλαίσιο. Τότε γιατί δεν επιτρέπουν στους γιατρούς να χρησιμοποιήσουν τα φάρμακα και τις θεραπείες που αυτοί θεωρούν κατάλληλα για τους ασθενείς τους; Γιατί δεν τους επιτρέπουν να ασκήσουν παράλληλα με το ΓεΣΥ και την ιδιωτική τους ιατρική; Δεν γίνεται στα αιτήματα να είμαστε συνεργάτες και στις υποχρεώσεις υπάλληλοι.

Τέταρτον, ας σταματήσουν να παίζουν κρυφτούλι με τις αμοιβές. Επειδή δεν είμαστε οικονομολόγοι, ζητήσαμε από έναν συμβουλευτικό κολοσσό, τη Deloitte, να μας πει τις πραγματικά συμβαίνει με τις ασαφείς και αντιφατικές προτάσεις του ΟΑΥ. Το συμπέρασμα ήταν ξεκάθαρο: οι αμοιβές των γιατρών όπως προτείνονται από τον ΟΑΥ θα είναι χαμηλότερες από ό,τι τώρα.

Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα αλλάξει την εργασία του και τη ζωή του για να ενταχθεί σε ένα σύστημα του οποίου τους όρους εργασίας δεν ξέρει, ενώ θα αμείβεται λιγότερο. Ακόμα πιο τραγική είναι η απειλή ότι αν δεν μας αρέσει, θα εισάγουν γιατρούς από το εξωτερικό. Η απάντησή μας είναι: Φέρτε τους και καλή επιτυχία!

Πέμπτον, τους ζητούμε να εφαρμόσουν τον νόμο που αυτοί ψήφισαν και στον οποίον αναφέρεται ότι «η διοικητική και οικονομική αυτονόμηση των δημόσιων νοσηλευτηρίων αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας». Η αποτελεσματική οικονομική και διοικητική αυτονόμηση των νοσοκομείων, με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων των γιατρών του δημοσίου είναι αναγκαία προϋπόθεση επιβίωσής τους. Αλλιώς η Πολιτεία θα ωθήσει τα ιδιωτικά σε κλείσιμο. Μετά είναι θέμα χρόνου τα νοσοκομεία μας να καταρρεύσουν από το βάρος της μάζας των ασθενών. Και τότε θα μιλάμε για συνθήκες εξαθλίωσης πολύ χειρότερες από τις σημερινές.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε: Πού είναι η ηλεκτρονική υγεία, ο ηλεκτρονικός φάκελος ασθενούς, τα απαραίτητα λογισμικά κ.λπ., όλα αυτά που θα έκαναν το κυπριακό Σχέδιο Υγείας υπόδειγμα στην Ευρώπη;

Δεν έχει νόημα. Σημασία δεν έχει να ρίχνουμε το βάρος της αποτυχίας ο ένας στον άλλον αλλά να κάνουμε βήματα προς την επίλυση των προβλημάτων.

Εμείς καλούμε όλους τους εμπλεκόμενους να αφήσουν τα πείσματα και τους εγωισμούς και να κάνουν τα απαραίτητα βήματα μπροστά για το Γενικό Σχέδιο Υγείας που όλοι ονειρευόμαστε.

Το ΓεΣΥ που θα έχει ως πρώτη προτεραιότητα την παροχή κορυφαίας ποιότητας υπηρεσιών στους ασθενείς, θα έχει γιατρούς που θα νιώθουν ασφαλείς για το μέλλον τους, θα αντιμετωπίζει τα θέματα με σύγχρονους τρόπους ιατρικής και management, θα αξιολογεί συνεχώς τη λειτουργία του, διορθώνοντας λάθη και παραλείψεις.

Εμείς είμαστε εδώ με διάθεση συνεννόησης. Το Σάββατο γινόμαστε μια γροθιά, τη Δευτέρα τείνουμε χείρα φιλίας. Όχι άλλος χρόνος χαμένος εις βάρος του ασθενούς, τους φορολογούμενου, του πολίτη.

*Ο δρ Πέτρος Αγαθαγγέλου, καρδιολόγος, είναι πρόεδρος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here