Γιατί ορισμένες πνευμονικές παθήσεις είναι συχνότερες ή σοβαρότερες στο ένα φύλο; Νέα επιστημονική ανασκόπηση δείχνει ότι οι ορμόνες, τα γονίδια και ακόμη και διαφορετικές περιβαλλοντικές εκθέσεις μπορεί να επηρεάζουν την υγεία των πνευμόνων σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Οι πνεύμονες ανδρών και γυναικών δεν είναι απλώς διαφορετικοί ως προς το μέγεθος. Το βιολογικό φύλο φαίνεται να επηρεάζει την ανάπτυξη του αναπνευστικού συστήματος ήδη από την εμβρυϊκή ζωή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός αντιδρά σε λοιμώξεις, φλεγμονές και περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα επιστημονικής ανασκόπησης που δημοσιεύθηκε στο Physiological Reviews. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι διαφορές αυτές σχετίζονται με τις ορμόνες του φύλου, τα χρωμοσώματα, την ανατομία των αεραγωγών και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Από την παιδική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση

Οι διαφορές εμφανίζονται πολύ νωρίς. Τα πρόωρα αγόρια παρουσιάζουν συχνότερα σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας και βρογχοπνευμονική δυσπλασία, ενώ στην παιδική ηλικία το άσθμα είναι συχνότερο στα αγόρια. Μετά την εφηβεία, όμως, η εικόνα αντιστρέφεται: οι γυναίκες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά άσθματος, μεγαλύτερη βαρύτητα της νόσου, περισσότερες παροξύνσεις και νοσηλείες.

Οι ενήλικες γυναίκες επηρεάζονται επίσης δυσανάλογα από παθήσεις όπως η πνευμονική υπέρταση, η ΧΑΠ και οι βρογχεκτασίες, ενώ στους άνδρες είναι συχνότερες η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση και η αποφρακτική υπνική άπνοια. Στις οξείες πνευμονικές λοιμώξεις και στην COVID-19 έχει παρατηρηθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στους άνδρες, ενώ μακροχρόνιες συνέπειες όπως το long COVID αναφέρονται συχνότερα στις γυναίκες.

Ο σημαντικός ρόλος των ορμονών

Η εφηβεία, ο εμμηνορροϊκός κύκλος, η εγκυμοσύνη και η εμμηνόπαυση φαίνεται ότι μπορούν να επηρεάζουν την αναπνευστική λειτουργία. Τα οιστρογόνα, η προγεστερόνη και η τεστοστερόνη αλληλεπιδρούν με το ανοσοποιητικό σύστημα και τους μηχανισμούς φλεγμονής, χωρίς όμως η επίδρασή τους να είναι πάντοτε προστατευτική ή επιβαρυντική.

Για αυτό και οι ερευνητές τονίζουν ότι δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα για να εφαρμοστούν ειδικές θεραπείες ανάλογα με το φύλο. Ακόμη και στις κλινικές δοκιμές για σοβαρό άσθμα, λίγες μελέτες αναλύουν ξεχωριστά την αποτελεσματικότητα της θεραπείας σε άνδρες και γυναίκες.

Το μήνυμα της ανασκόπησης είναι σαφές: η εξατομικευμένη ιατρική του μέλλοντος δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζει το φύλο ως απλό δημογραφικό χαρακτηριστικό, αλλά ως παράγοντα που μπορεί να επηρεάζει τον κίνδυνο, την πορεία και πιθανώς την αντιμετώπιση των πνευμονικών παθήσεων.


Πηγή: Silveyra, P., Babayev, M., & Ekpruke, C. D. (2026). Sex, hormones, and lung health. Physiological reviews, 106(1), 53–86. https://doi.org/10.1152/physrev.00026.2024